Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ; ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ





Δεν νομίζω να μην υπήρξε πέρυσι Έλληνας, άνθρωπος που να μη ράγισε η καρδιά του παρακολουθώντας είτε από κοντά ή από την τηλεόραση τις πυρκαγιές που κατασπάραξαν τη χώρα μας αλλά και πήραν τόσες ζωές.
Γνωρίζω αρκετούς συντοπίτες μου που είναι εθελοντές είτε στην πυρόσβεση ή στην πρόληψη και φύλαξη των επικίνδυνων περιοχών. Γνωρίζω όμως και πολύ περισσότερους αδιάφορους που όχι μόνο δεν ενδιαφέρονται αλλά και βοηθούν στην έναρξη και διάδοση της φωτιάς.
Όχι δεν κυκλοφορούν με σπίρτα και γκαζάκια, δεν είναι πυρομανείς, απλά είναι αδιάφοροι. Πως αλλιώς θα μπορούσα να αποκαλέσω τα άτομα αυτά που αφήνουν τα οικόπεδά τους, τα χωράφια τους γεμάτα ένα μπόι ξερά χόρτα; Είναι το καλύτερο υλικό για έναρξη και διάδοση της φωτιάς.
Έχετε δει από κοντά να καίγετε μια περιοχή; Δεν μπορείτε να φανταστείτε την ταχύτητα με την οποία μεταδίδεται η φωτιά όταν φυσάει. Ο ταχύτερος άνθρωπος αδυνατεί να παραβγεί το χορτάρι που καίγεται, μετά αρπάζουν τα δέντρα και στη συνέχεια αν τα δέντρα είναι πεύκα, εκσφενδονίζονται τα κουκουνάρια σε τεράστιες αποστάσεις όπου αρπάζουν τα χόρτα και πάει λέγοντας.
Έτσι εξαφανίστηκε ότι δέντρο υπήρχε στην περιοχή Ντράφι, έτσι εξαφανίστηκε το μεγαλύτερο μέρος της Πεντέλης. Ήμουν μαζί με τους εθελοντές, αλλά απλά παρακολουθούσαμε, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα ούτε εμείς ούτε τα πυροσβεστικά οχήματα.
Έτσι έφτασε η φωτιά στα χωριά έτσι κάηκε η άμοιρη μάνα με τα παιδάκια της στην Πελοπόννησο. Μέσα σε χωράφι με ελάχιστα δέντρα κάηκε. Σε χωράφι που είχε ξερό χόρτο ένα μπόι.
Τότε γιατί στον τίτλο αναγράφεται ότι «ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ».
Γιατί μπορούμε να βοηθήσουμε να μειωθεί αυτό το τόσο επικίνδυνο (σαν μπαρούτι χορτάρι). Το κάνουμε εδώ και κάποια χρόνια στην περιοχή που μένω και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι έχει αρκετή επιτυχία.
Εντοπίζουμε τα οικόπεδα και χωράφια με το ξερό χόρτο. Είναι πολύ απλό, όπως περνάμε έξω από αυτές τις περιοχές γράφουμε σε ένα χαρτάκι διεύθυνση και αριθμό. Στη συνέχεια ειδοποιούμε τον Δήμο, είτε πηγαίνοντας στην αρμόδια υπηρεσία (Γραφείο Δημότη) ή τηλεφωνικά. Εάν γνωρίζουμε τον κάτοικο ειδοποιούμε τον ίδιο τον κάτοικο.
Μετά από μερικές ημέρες, εάν δεν δούμε αποτέλεσμα (συνήθως ο Δήμος μας κινητοποιείται άμεσα) τα ίδια στοιχεία τα γράφουμε σε μία αναφορά ή αίτηση και την καταθέτουμε στο πρωτόκολλο του Δήμου και παίρνουμε αριθμό πρωτοκόλλου.
Να είστε βέβαιοι ότι δύσκολα θα αδιαφορήσει κάποιος μπροστά σε ένα έγγραφο πρωτοκολλημένο.
Φίλοι μου δεν έχουμε παρά να δοκιμάσουμε, πάρτε το σαν παιχνίδι. Ας δούμε τι επιτυχία μπορεί να έχει μια τέτοια ενέργεια, το κυριότερο όμως είναι να το διαδώσουμε αν πιστεύουμε ότι μπορεί να βοηθήσει στην έστω κατ’ ελάχιστον μείωση των πυρκαγιών.
Φίλοι μου να είστε όλοι καλά και να έχουμε όλοι μας ένα καλό χωρίς πυρκαγιές καλοκαίρι.
Οι Φωτογραφίες είναι από την περιοχή μου, ανάμεσα σε σπίτια όπως βλέπετε. Έχω ειδοποιήσει το Γραφείο Δημότη και αναμένω αποτελέσματα.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΧΙΟΝΙ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΔΙΨΟΥΝ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ





Φίλοι μου Bloggers έχετε βρεθεί ποτέ διψασμένοι για νερό (τονίζω νερό γιατί κάποιοι είναι διψασμένοι για άλλα πράγματα) σε έρημη τοποθεσία ή ακόμα και μέσα στο μετρό ή και στη θάλασσα και να μην βρίσκεται νερό;
Έχετε αισθανθεί ποτέ αυτό το τυραννικό αίσθημα που στεγνώνει το στόμα, κολλάει η γλώσσα σας δεν μπορείτε να αρθρώσετε λέξη, νομίζετε ότι θα χάσετε τις αισθήσεις σας; Εγώ πάντως ναι.
Όσοι είχαμε αυτές τις εμπειρίες, τότε ίσως καταλάβουμε τι τραβάνε αυτά τα δύστυχα τα αδέσποτα σκυλιά που τριγυρνάμε στην πόλη ή στην εξοχή, ψάχνοντας για νερό και τροφή. Και χωρίς τροφή μπορούν πιθανόν να ζήσουν για κάποιο διάστημα, χωρίς νερό όμως, ιδίως τώρα το καλοκαίρι!
Ας αναλάβουμε λοιπόν όσοι από εμάς μπορούμε να βοηθήσουμε αυτά τα ζώα που και αυτά ψυχούλα έχουν. Μπορούμε λοιπόν να βάλουμε έξω από την αυλή μας, έξω από την πολυκατοικία μας ένα κουβαδάκι με νερό που να το ανανεώνουμε όσο πιο συχνά μπορούμε.
Και ακόμα κάτι άλλο, μπορούμε να το πούμε και σε κάτι φίλους που ξέρουμε ότι νοιάζονται. Αλλά ακόμα και αν δεν νοιάζονται ας προσπαθήσουμε να τους ευαισθητοποιήσουμε προς αυτή τη κατεύθυνση.
Έχω μια φίλη που κουβαλάει μονίμως στο αυτοκίνητό της ξηρά τροφή και νερό καθώς και πλαστικά κουτάκια. Όπου δει αδέσποτο σε ερημικό μέρος, σταματάει του βάζει νεράκι στο πλαστικό κουτί και λίγη τροφή στο πλάι. Δεν υποδεικνύω να κάνουμε όλοι το ίδιο, όσοι όμως το αισθανόμαστε θα μπορούσαμε.
Έχω βγάλει πολλές φωτογραφίες από αδέσποτα, παρ’ όλον όμως που έψαξα στο αρχείο των φωτογραφιών μου δεν τις εντόπισα. Θα σας βάλω όμως τη φωτογραφία του αδέσποτου που μάζεψα. Ήταν κουταβάκι όταν το μάζεψα, το μάζεψα μαζί με τη φίλη μου, τώρα είναι μέλος τις οικογένειας. Είναι ασχημούλης το ξέρω, δεν είναι καθαρόαιμο και αυτό το ξέρω, τον λατρεύω όμως, και το ξέρει ο αφιλότιμος.
Και για να σας δροσίσω θα βάλω μια δροσιστική φωτογραφία. Μην ανησυχείτε δεν μένει έξω, έχει καταπληκτικό σπίτι όλο το υπόγειο είναι δικό του.
Να είστε καλά φίλοι μου.

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

ΝΑ ΗΤΑΝ Η ΖΗΛΕΙΑ ΨΩΡΑ ή αν προτιμάτε ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ Η ΚΑΡΔΙΑ

Φίλοι μου δεν μπόρεσα, είδα το ωραίο αετόπουλο του Επίκουρου και ζήλεψα. Είπα να βάλω και εγώ το εύρημά μου στον κήπο μου.
Προ ημερών έπεσε από τη φωλιά του ένα κοτσυφάκι, επειδή υπάρχουν πολλές φωλιές δεν ήξερα σε ποια να το βάλω, και έτσι το έβαλα σε χάρτινο κουτί γάλατος στη βεράντα μακριά από τις γάτες μου.
Εκεί που κάναμε σύσκεψη με την οικογένεια τι να το ταΐσουμε εμφανίζεται η μαμά κοτσυφίνα με το στόμα γεμάτο σκουληκάκια και άρχισε να ταΐζει το μικρό της.
Αυτό κράτησε αρκετές ημέρες μέχρις ότου το μικρό δυνάμωσε και ακολούθησε τη μάνα του.
Η φωτογραφία της μάνας δεν είναι πολύ καθαρή, γιατί τράβαγα μέσα από το τζάμι για να μη τρομάξω τη μάνα. Δυστυχώς είχα τη μηχανή μου σε αυτόματη εστίαση και επηρεάστηκε από το τζάμι.



Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΦΙΛΩΝ

Είναι η ιστορία δύο φίλων, δύο φίλων που γεννήθηκαν σε διαφορετικούς τόπους σε διαφορετικές χώρες και έσμιξαν στο χωριό του ενός, για να γίνουν από κει και πέρα φίλοι κολλητοί.
Δεν υπήρχε τίποτα κοινό μεταξύ τους, εκτός από χωριό που συναντήθηκαν, και εκεί αυτή η απλή συνάντηση στην τάξη ενός δημοτικού σχολίου μετατράπηκε σε φιλική και αδελφική αγάπη του ενός για τον άλλο.
Ο τόπος που συναντήθηκαν τους ένωσε, ήταν ένας τόπος επίπεδος, ξερός, με λιγοστά δέντρα. Κατεστραμμένος από τον πόλεμο, τα περισσότερα σπίτια μισογκρεμισμένα από τις οβίδες. Είχε όμως μεγάλες αλάνες, τεράστιες.
Εκεί περνούσαν τις ώρες τους μετά το σχολείο με τους άλλους φίλους, όταν υπήρχε χρόνος. Έπαιζαν όμως και επικίνδυνα παιχνίδια, με σφαίρες με φωτοβολίδες, άδειαζαν τη μπαρούτι από τις οβίδες. Τις έφερναν οι μεγαλύτεροι από τις εγκαταλελειμμένες στρατιωτικές αποθήκες πυρομαχικών εκεί κοντά.
Ο ένας από τους φίλους, ο μικρότερος ήταν ο πιο τυχερός, είχε ζήσει αυτόν το κατεστραμμένο τώρα τόπο όταν ήταν γεμάτος δέντρα, πράσινο, και λουλούδια. Τα βράδια της άνοιξης ο τόπος όλος ευωδίαζε από τα άνθη και ιδιαίτερα από τα νυχτολούλουδα.
Δεν ήταν πάντα έτσι ο τόπος αυτός, ήταν πετρώδης, ξερός χωρίς κανένα δέντρο, ήταν όπως κατάντησε μετά τον πόλεμο. Μόνο που τότε στην αρχή οι πατεράδες ήταν πιο νέοι και είχαν κέφι για να φτιάξουν τον τόπο αυτόν και τον έφτιαξαν παράδεισο. Ανατίναξαν τους βράχους, έφεραν χώμα, έσκαψαν πηγάδια, φύτεψαν δέντρα και λουλούδια.
Μετά τον πόλεμο δεν είχαν όρεξη να ξαναρχίσουν έπρεπε να ψάχνουν για δουλειά να φτιάξουν τα σπίτια τους ξανά για να βάλουν μέσα τις οικογένειες τους. Δεν υπήρχε χρόνος για να ξαναφτιάξουν κήπους, μόνο να συντηρήσουν ότι είχε απομείνει.
Ο μικρότερος φίλος, έπρεπε να δουλεύει σκληρά, να ποτίζει ότι είχε απομείνει από τα δέντρα. Τα πότιζε μαζί με την μάνα του, δυόμιση στρέμματα ήταν αυτά. Το νερό έπρεπε να το βγάζουν με το μαγκανοπήγαδο από πηγάδι βάθους 35 μέτρων. Σκληρή δουλειά, ο Πατέρας εξορία η Μάνα κράταγε όλο το σπίτι, τον κήπο τα παιδιά.
Δύσκολα χρόνια, ο μικρότερος φίλος έπρεπε να περάσει δύο φυλάκια για να πάει για ψωμί ένα χιλιόμετρο μακριά. Το πρώτο φυλάκιο των εθνικοφρόνων το δεύτερο των αριστερών. Τον ήξεραν και οι μεν και οι δε, το βράδυ όμως έπρεπε να φωνάξει από μακριά το όνομά του. Φοβόταν, φοβόταν όταν έπρεπε το βράδυ να πάει για ψωμί.
Είχε όμως και τα τυχερά του, λόξευε στο δρόμο και πέρναγε έξω από το σπίτι της μικρής του φίλης. Και εκείνη τον περίμενε να τον δει και να του μιλήσει, κρυφά και οι δύο, κρυφά από τους γονείς, ήταν μικρά άλλωστε. Δεν τη φίλησε ποτέ και ίσως γι΄ αυτό να τη θυμάται με τόση νοσταλγία, η πρώτη του αγάπη.
Ευτυχώς μετά από λίγο καιρό τα φυλάκια έφυγαν από εκεί και ο Πατέρας επέστρεψε. Δύσκολα χρόνια , τα ψώνια γίνονταν με το τεφτέρι, εκεί ήταν γραμμένα όλα, 50 δράμια πελτές (τα 25 ήταν το χασαπόχαρτο) 250 δράμια φακές (τα 50 ήταν οι πετρούλες). Όμως ήταν χρόνια που οι δύο φίλοι, τα αναπολούν με νοσταλγία.
Οι δύο φίλοι συνέχιζαν να παίζουν τις ελεύθερες ώρες, να κτίζουν τα όνειρά τους. Τους άρεσαν οι περιπέτειες τους άρεσαν τα βουνά. Που τους έχανες που τους έβρισκες, στο βουνό κοντά στο χωριό που έμεναν. Ο μεγαλύτερος ήταν και ο τολμηρότερος, χωνόταν σε όποια τρύπα τον χωρούσε. Έψαχνε, είχε την περιέργεια να δει τι υπήρχε μέσα. Ο μικρότερος απ’ έξω κρατούσε το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένος ο άλλος, λες και θα μπορούσε να τον τραβήξει έξω από την τρύπα αν συνέβαινε κάτι. Παιδικά μυαλά!
Σιγά σιγά μεγάλωσαν και ήρθε η ώρα να χωρίσουν, ο μικρός ξενιτεύτηκε ο μεγάλος πήγε στη πρωτεύουσα να σπουδάσει. Τα καλοκαίρια όμως συναντιόντουσαν και άρχιζαν τις τρέλες τους σαν να μην είχαν μεγαλώσει μια μέρα. Τι ωραία χρόνια!
Αλλά και τώρα που γέρασαν που απέκτησαν παιδιά και εγγόνια μήπως άλλαξαν; Τα ίδια μυαλά κουβαλούν, τα ίδια πράγματα θα ήθελαν να κάνουν, θα ήθελαν και πάλι να ερωτευτούν, τα θυμούνται και νοσταλγούν.
Όμως τώρα είναι μακριά ο ένας από τον άλλο. Σπάνια βλέπονται, μιλούν όμως, μιλούν από το τηλέφωνο, μιλούν ώρες ολόκληρες, για τα παλιά, για τις τρέλες τους, για τους φίλους τους για τον φίλο που έχασαν, για τον φίλο που έχει χάση την όρεξη για ζωή, για τους έρωτές τους και περισσότερο για την κόρη που και οι δυο είχαν ερωτευτεί.
Η ιστορία αυτή είναι πραγματική. Μου τη διηγήθηκε ένας φίλος, και επειδή το αγαπημένο μας fractal πρότεινε να γράψουμε μια ιστοριούλα, αποφάσισα να γράψω την ιστορία των δύο φίλων.

Για την αντιγραφή gskastro

Και από εμένα τον gskastro ένα τραγούδι αφιερωμένο στους δύο φίλους.

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

Η ΣΗΝΕΡΙΝΗ ΜΑΝΑ (συνέχεια)

Αστερίωνα καλή σου ημέρα, είσαι παραπονιάρης φαίνεται ότι δεν εισέπραξες την περασμένη Κυριακή το πολυπόθητο φιλί του πατέρα, ούτε και εγώ.
Αστερίωνα σημασία έχει τι δίνουμε όχι τι παίρνουμε.
Θα συμφωνήσω μερικώς μαζί σου για την σημερινή μητέρα. Μη ξεχνάς όμως ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας επανάστασης, μιας επανάστασης που έχει σχέση με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία των ανθρώπων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν φαλλοκράτες (γιατί μόνο έτσι μπορώ να τους αποκαλέσω) που έχουν περίπου τις ίδιες ιδέες με τον κατά τα άλλα διαπρεπέστατο επιστήμονα του 1928, όπως είχα γράψει και στη προηγούμενη ανάρτηση μου «δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες».
Από την άλλη μεριά υπάρχουν οι μητέρες, και σε πληροφορώ δεν είναι λίγες, που όχι μόνο φροντίζουν τα παιδιά τους αλλά είναι και φύλακες άγγελοι τους από μια κοινωνία τόσο διεφθαρμένη.
Δες τη χαρά της μάνας Κωνσταντινιάς για την κόρη της στην ανάρτηση της «Συγχαρητήρια». Η χαρά της μάνας ήταν τόση μεγάλη που η κόρη «βρήκε τη δουλειά που ήθελε», ώστε αισθάνθηκε την ανάγκη να την διαλαλήσει, ανάμεσα σε φίλους.
Φυσικά αυτό είναι ένα άλλο τραγικό θέμα που θα πρέπει να το συζητήσουμε εκτενώς. Στη σημερινή εποχή ολόκληρη η οικογένεια χαίρεται, πανηγυρίζει, όχι γιατί το παιδί τους παντρεύτηκε, όχι γιατί γεννήθηκε παιδί στην οικογένεια, αλλά γιατί το παιδί βρήκε δουλειά, ναι καλά διάβασες δουλειά!
Φίλε Αστερίωνα, σκέφτηκα το παρόν να μη το βάλω στα σχόλια σε απάντηση του δικού σου σχόλιου. Θα το βάλω σαν κύρια ανάρτηση, μήπως και γίνει έναυσμα για κάποια ανταλλαγή απόψεων. Να είσαι πάντα καλά και όπως γράφει και το fractal στο Blog της Κωνσταντινιάς, όχι ηλικίες, «Σας απαγορεύω να μιλάμε για ηλικίες, Ο gskastro το είπε πολύ όμορφα. με όποια ηλικία γεννιέται ο άνθρωπος με αυτήν και πεθαίνει».
gskastro

Και για εμάς που δεν έχουμε ηλικία ένα τραγουδάκι του Νίκου Μαρούδα.

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2008

ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ Η ΚΑΡΔΙΑ

Παρ’ όλο που είμαι εναντίον όλων αυτών των παγκοσμιοποιημένων επετείων, υπάρχουν δύο που πιστεύω ότι θα πρέπει να τις τιμούμε όσο θα υπάρχουν άνθρωποι.
Η μία είναι η 1η του Μάη, σε ανάμνηση των αγώνων των εργαζομένων για τα δικαιώματά τους.
Και η 2η είναι η εορτή της Μάνας που την εορτάζουμε την δεύτερη Κυριακή του Μαΐου. Η ημερομηνία αυτή καθιερώθηκε μετά την επιτυχή εκστρατεία της Αμερικανίδας Anna Jarvis που διήρκησε από το 1907 μέχρι το 1914, θέλοντας να τιμήσει τη μνήμη της μητέρας της, η οποία έδωσε αγώνες για τη συμφιλίωση Βορείων και Νοτίων μετά το τέλος του εμφυλίου.

Ένα ποιηματάκι από τα παλιά και το υπέροχο τραγούδι του Φώτη Πολυμέρη, είναι ό τι καλύτερο αρμόζει για αυτή την επέτειο.


Ένα παιδί, ένα μοναχοπαίδι αγόρι
αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
"Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μα αν θέλεις το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρεις την καρδιά,
να ρίξω να την φάει το σκυλί μου.

Τρέχει ο γιός την Μάνα του σκοτώνει
και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει
και τρέχει να την πάει, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νιός κατάχαμα με δαύτη,
κυλάει ο νιός και η καρδιά κυλάει
και την ακούει να κλαίει και να μιλάει.

Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
"Χτύπησες αγόρι μου?" και κλαίει...